Αλεξανδρής και Παπαδημητράτος σερβίρουν “Επτά μπισκότα” μετά γέλιου

1Στις μέρες μας έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλοτε το γέλιο. Την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου, λοιπόν, έχοντας ανάγκη να γελάσω, ένα… πουλάκι εξ Αθηνών με πληροφόρησε για την BARάσταση τα «Επτά Μπισκότα» η οποία θα παρουσιαζόταν στο GAIA Live στα Λαδάδικα. Δηλώνω, λοιπόν, πως είμαι πολύ χαρούμενη μια που και ο σκοπός μου επετεύχθη (ξέρεις τι θα πει να πονάνε τα σαγόνια από το γέλιο; ) κι είχα και την ευκαιρία να κάνω μία πολύ όμορφη κι ενδιαφέρουσα συζήτηση – από την οποία πάλι δεν έλειπε το χιούμορ! – με τους δημιουργούς και πρωταγωνιστές της BARάστασης, Βαγγέλη Αλεξανδρή και Μάκη Παπαδημητράτο. Τα υπόλοιπα… όχι, δε θα φορτωθώ τη «ρετσινιά» του spoiler alert! Αφήνω τα παιδιά να μιλήσουν!

Αντιγόνη Αδαμοπούλου (Α.Α.): Πού βασίστηκαν τα «Επτά Μπισκότα»; Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης;
Βαγγέλης Αλεξανδρής (Β.Α.) : Πηγή έμπνευσης ήταν η πονηριά κι η διαπλοκή του Έλληνα, καθώς και το κυνήγι του εύκολο κέρδους. Τα «Επτά Μπισκότα» βασίστηκαν σε κάποια σκάνδαλα που διαβάσαμε κι ακούσαμε όλοι μας. «… Ευχαριστούμε, Ελλάδα», λοιπόν… όπως δήλωσε κι ο Ζακ Ρογκ το 2004.

Μάκης Παπαδημητράτος (Μ.Π.): Η καθημερινότητα γύρω μας. Οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται στην ιστορία, είναι άνθρωποι αναγνωρίσιμοι. Τα περιστατικά που βιώνουν μπορούμε να τα φανταστούμε να γίνονται και να γελάμε άνετα με αυτά. Ουσιαστικά σατιρίζεται ο τρόπος σκέψης μας σαν κοινωνία σε πολλές πτυχές της, με την απαιτούμενη ελαφρότητα φυσικά, γιατί είναι κωμωδία. Η «έμπνευση» δεν είναι μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στην φόρμα. Με δυο ερμηνευτές, να παίζεται η ιστορία, που αλλάζουν, οκτώ χαρακτήρες και δέκα χώρους σε όλη την Ελλάδα. Αυτό το πετύχαμε και μάλιστα με ροή, αφού το κοινό παρακολουθεί με ενδιαφέρον την εξέλιξη της ιστορίας και σε πολλές στιγμές της γελάει.

Τα+7+Μπισ..Α.Α.: Δύο ηθοποιοί, οκτώ χαρακτήρες. Ακούγεται – κι όπως είδα φαίνεται κιόλας – απαιτητικό. Πόσο δύσκολο είναι να επιτευχθεί μία παράσταση κατ’ αυτόν τον τρόπο;
Μ.Π.: Σίγουρα είναι δύσκολο. Αυτό δεν το λέω για να ευλογήσω τα γένια μας, απλά είναι. Αν έπαιζαν «Τα Εφτά Μπισκότα» άλλοι ηθοποιοί θα βλέπαμε μια αρκετά διαφορετική barάσταση και ενδεχομένως καλύτερη από αυτήν που είδες. Είμαι βέβαιος όμως πως αν ρωτούσες και τους άλλους ηθοποιούς, θα σου έλεγαν πόσο δύσκολο είναι να παίζει κάποιος περισσότερους από έναν χαρακτήρα, ειδικά αν πρέπει να αλλάζουν τόσο γρήγορα μεταξύ τους. Για μένα είναι ένα μεγάλο μάθημα αυτό. Είχα αρκετά χρόνια που δεν έκανα θέατρο. Ήταν μια δύσκολη απόφαση. Έπεσα στα βαθειά και αναγκάστηκα να κολυμπήσω. Νοιώθω τυχερός γι’ αυτό. Όχι μόνο για το αποτέλεσμα, αλλά για την διαδικασία εξέλιξής μου ερμηνευτικά. Μια διαδικασία που θα σταματήσει την τελευταία φορά που θα παίξουμε. Από την άλλη, βασικό συστατικό για την επίτευξη της παράστασης είναι η χημεία που έχουμε πάνω στην σκηνή με τον παρτενέρ μου. Αυτό είναι μεγάλο ατού, το οποίο μας βοηθάει πολύ.

Β.Α.: Δύο ηθοποιούς χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Δραματικοί στα έργα τους. Άρα δεν είμαστε οι πρώτοι που το κάνουμε, ούτε οι τελευταίοι, φαντάζομαι. Σίγουρα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, αφού θέλει ταχύτητα στην αλλαγή των κοστουμιών αλλά και των χαρακτήρων. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα που μας γοήτευσε, αλλά και το στοίχημα, όπου με τη βοήθεια του σκηνοθέτη μας, του Δημήτρη Τιμπιλή, προσπαθούμε να το κερδίζουμε κάθε φορά που παίζουμε. Εδώ θέλω να ευχαριστήσω και το Δημήτρη αλλά κι όλους τους συνεργάτες που βοήθησαν στο να γίνουν τα «Επτά Μπισκότα» θέμα συζήτησης!

Α.Α.: Είναι εύκολο να κάνετε το κοινό να γελάσει;
Β.Α.: Αν πάρω ως παράδειγμα εσένα, ω ναι! Είναι πολύ εύκολο τελικά! (γέλια)
Σαν ηθοποιός δεν είναι αυτοσκοπός μου να γελάσει ο θεατής, αλλά προσπαθώ να υπηρετήσω την κατάσταση και τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται ο εκάστοτε χαρακτήρας που υποδύομαι. Στα «Επτά Μπισκότα» οι συνθήκες είναι τέτοιες που το γέλιο εκμαιεύεται αβίαστα.

Μ.Π.: Εύκολο δεν το λες… Η κωμωδία είναι δύσκολο είδος, που αυτή την περίοδο ερευνώ στο θέατρο. Απαιτεί ακρίβεια και αίσθηση του ρυθμού από τον ερμηνευτή και πάνω στην σκηνή του προσφέρει χαρές και λύπες. Είναι ευχάριστο να γελούν με αυτό που παίζεις αλλά και οδυνηρό όταν δεν γελούν. Όταν γελούν παίρνεις δύναμη από την άμεση ανταπόκριση, την οποία επιστρέφεις στο κοινό και έτσι μπορεί μέχρι και να «απογειωθεί» μια παράσταση. Όταν δεν γελούν όμως; Μια πολύ μικρή αλλαγή στον τρόπο που λέγεται μια ατάκα, ή αν ειπωθεί με μια πολύ μικρή καθυστέρηση ή λίγο πιο γρήγορα, ή αν προβληθεί περισσότερο από όσο χρειάζεται, το κοινό δεν θα γελάσει. Αυτό το βιώνει σαν ήττα ο ερμηνευτής. Η διαχείριση της ήττας πάνω στην σκηνή είναι δύσκολη και οφείλεις να την ξεπεράσεις για να συνεχίσεις πιο συγκεντρωμένος και ακριβής προκειμένου να «κερδίσεις» το κοινό στο επόμενο αστείο. Όταν μάλιστα αυτό δεν ανταποκρίνεται συνεχόμενα, η προσπάθεια που καταβάλεις για να το πετύχεις είναι τεράστια κάθε φορά. Εκτός από αυτά που αφορούν τον ερμηνευτή, απαιτεί τέλεια συνεργασία και με τον παρτενέρ, είναι ομαδική δουλειά. Το αστείο το φτιάχνουν όλοι μαζί και ένας «βάζει το γκολ».

4Α.Α.: Πιστεύετε πως ακόμη και μία παράσταση με κωμικά στοιχεία, πέρα από το γέλιο που προσφέρει, μπορεί να λειτουργήσει ως «τροφή για σκέψη»;
Μ.Π.: Φυσικά. Πολλές φορές μάλιστα θα έλεγα πως είναι και η πιο ενδεδειγμένη οδός. Έχει χρησιμοποιηθεί από μεγάλους δημιουργούς από την γέννηση του θεάτρου μέχρι σήμερα. Από τον Αριστοφάνη και τον Σαίξπηρ, μέχρι ό,τι πιο απλό μπορούμε να φανταστούμε. Έναν ερμηνευτή σε ένα πολύ μικρό μπαράκι με ένα μικρόφωνο στο χέρι, να λέει αστεία στον κόσμο.

Β.Α.: Φυσικά. Το χιούμορ είναι ο καλύτερος δρόμος για να περάσεις την «τροφή για σκέψη» στο θεατή. Τον χαλαρώνεις κι έτσι γίνεται πιο δεκτικός. Μπορεί να δεχθεί την αλήθεια ακόμα και στην υπερβολή της. Ο θεατής αισθάνεται πιο άβολα όταν του μιλάς διδακτικά και του κουνάς το δάχτυλο, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο του θυμίζεις την καθημερινότητά του κι έτσι το πιο λογικό είναι να βρίσκεται σε θέση άμυνας.

Α.Α.: Στα «Επτά Μπισκότα» είστε συγγραφείς κι ηθοποιοί ταυτόχρονα. Δημιουργία είναι και η συγγραφή και η υποκριτική, αυτό είναι σίγουρο. Εσείς, όμως, πού νιώθετε πως «ανήκετε» περισσότερο;
Β.Α.: Για μένα είναι πρωτόγνωρη η εμπειρία της συγγραφής, καθώς είναι το πρώτο έργο που συνυπογράφω. Την απόλαυσα όσο λίγα πράγματα στη ζωή μου κι ανυπομονώ να το κάνω ξανά. Σ’ αυτό το σημείο δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω το συνεργάτη, αλλά και φίλο μου Μάκη Παπαδημητράτο που μου έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψω τους δρόμους της συγγραφής. Ωραία «βόλτα» κάναμε! Η τέχνη της υποκριτικής σαφώς κι είναι πιο κοντά μου και την αισθάνομαι κομμάτι μου. Την απολαμβάνω στις πρόβες αλλά και σε κάθε παράσταση. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που μέσα του κρύβει λευκά και μαύρα «φαντασματάκια». Τα λευκά με βοηθάνε να βρίσκω τις λεπτομέρειες που αναδεικνύουν το «όλον», ενώ τα μαύρα εκείνα που μου τις κρύβουν. Μ’ αρέσει το κρυφτό… ΦΤΟΥ και βγαίνω!

Μ.Π.: Στην υποκριτική. Μου αρέσει περισσότερο και την έχω σπουδάσει. Η συγγραφή είναι κάτι που έκανα για πρώτη φορά και ίσως το ξανακάνω, αλλά μου είναι πιο ευχάριστο να παίζω από το να γράφω. Θα πήγαινα εύκολα να παίξω σε κάποιο άλλο έργο αν μου άρεσε, αλλά πολύ δύσκολα θα έγραφα ένα έργο για να το παίξουν άλλοι.

3Α.Α.: Πώς βλέπετε την κατάσταση στο θέατρο στην Ελλάδα του 2013;
Μ.Π.: Είναι η χρονιά που η κοινωνία έχει περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να πάει στο θέατρο, αλλά από την άλλη δεν έχει χρήματα για να πληρώσει εισιτήριο. Από την άλλη βλέπουμε να ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις και άνθρωποι που απείχαν από το θέατρο ( όπως εγώ) να επιστρέφουν σε αυτό. Οι παραστάσεις είναι πάρα πολλές και από αυτές οι περισσότερες δεν έχουν το κοινό που απαιτείται για να συντηρούνται. Είναι μια ιδιαίτερη περίοδος για όλη την κοινωνία, που προσπαθεί να δώσει λύσεις στα προβλήματά της. Αυτό κάνει και το θέατρο. Εύχομαι από αυτό που συμβαίνει στο θέατρο να βγουν καλά πράγματα.

Β.Α.: Οι τέχνες είναι οι πρώτες που χτυπιούνται από την κρίση, επομένως δε θα τη γλίτωνε το θέατρο. Όσο, όμως, θα προβάλλονται τούρκικα σήριαλ στην τηλεόραση, τόσο ο κόσμος θα πηγαίνει εκεί όπου μπορεί ν’ ακούει τη γλώσσα του. Οι Έλληνες παίζουν, γράφουν, τραγουδάνε… αυτό έκαναν πάντα. Κυρία Μέρκελ, δουλευταράς δεν είναι μόνο αυτός που κατασκευάζει τρυπάνια, αυτοκίνητα κλπ. Και θεωρώ πως το θέατρο μπήκε σε μία περίοδο καλλιτεχνικής ακμής.

Α.Α.: Στην παράσταση στην Αθήνα παρευρέθηκαν κι είπαν τα καλύτερα η Δήμητρα Παπαδοπούλου, ο Χρήστος Φερεντίνος κ.α., ενώ πολύ καλός σας φίλος είναι ο – επίσης – ηθοποιός Πέτρος Λαγούτης. Έρχομαι, λοιπόν, να ρωτήσω: δημιουργούνται αληθινές φιλίες στο χώρο του θεάματος; Και πόσο υπαρκτός είναι ο κίνδυνος αυτές να πληγούν από τον επαγγελματικό ανταγωνισμό, ειδικά στην περίοδο που διανύουμε;
Β.Α.: Σε όλα τα επαγγέλματα υπάρχει ανταγωνισμός, πόσο μάλλον όταν η προσφορά είναι μεγάλη κι η ζήτηση μικρή. Αλλά όπως σε όλα τα επαγγέλματα, έτσι και στο χώρο μας υπάρχει κι η πραγματική φιλία. Αυτό έχει να κάνει με τον άνθρωπο κι όχι με το επάγγελμα. Ο Πέτρος είναι αδερφός, όπως κι ο Χρήστος κι η Δήμητρα, κι έχουμε καταφέρει να ενωθούμε μέσα από τη διαφορετικότητά μας. Η δουλειά μπορεί να μας ενώσει και σε κάτι ακόμα, όπως έγινε με τον Πέτρο στην ταινία «ΚΛΕΦΤΕΣ». Σε καμία περίπτωση, πάντως, δε μπορεί να πληγώσει τη σχέση μας.

Μ.Π.: Αν οι φιλίες και οι κοινωνικές σχέσεις διέπονται από κανιβαλισμό στην εποχή μας, αυτό θα ισχύει παντού. Ειδικά στον χώρο του θεάματος που προσελκύει άτομα με έντονα συμπλέγματα και πάθη. Η αυτοπροβολή ή ο πλουτισμός ή και τα δύο, είναι στο πίσω μέρος του μυαλού όλων που ασχολούνται σε αυτό τον χώρο. Ο τρόπος που ο καθένας θα προσπαθήσει να πάει προς τον στόχο του, δείχνει και την ποιότητά του σαν άνθρωπος. Συμπεριφορές ανθρώπων με έχουν κάνει να τους απομυθοποιήσω, ακόμα και αν τους σεβόμουν για την δουλειά τους. Δίνω σημασία σε αυτό. Είναι ένας χώρος που δεν θα τον έλεγες και αγγελικά πλασμένο, απεναντίας. Αυτή είναι η μία πλευρά. Από την άλλη, υπάρχουν πολύ αξιόλογα άτομα στον χώρο, που είναι τύχη να γνωρίσεις και ακόμα περισσότερο να γίνουν φίλοι σου. Έχω γνωρίσει πολύ καλούς ανθρώπους, πολύ καλά μυαλά και αξιόλογες προσωπικότητες που δεν θα γνώριζα από τόσο κοντά, αν δεν ήμουν σε αυτό το χώρο. Είμαι τυχερός σε αυτό.

7 MPIKΑ.Α.: Το θέατρο (ανεξαρτήτως αν το έργο έχει κωμικά ή δραματικά στοιχεία) εκτός από τρόπος διασκέδασης – ή ας πούμε και «διέξοδος» – μπορεί να γίνει κι εμπνευστής προκειμένου να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη;
Μ.Π.: Στο κομμάτι που του αναλογεί ναι. Ειδικά στο παιδικό θέατρο, που το παιδί διαμορφώνει τον χαρακτήρα του και τα ερεθίσματα που θα δεχτεί έχουν περισσότερες πιθανότητες να το επηρεάσουν προκειμένου να εμπνευστεί. Για τους ενήλικες είναι αλλιώς, ειδικά για τους μεγαλύτερους. Τους καλύπτει άλλες ανάγκες και είναι συνειδητή επιλογή πια γι’ αυτούς να πάνε σε κάποια παράσταση (ή barάσταση), έχοντας την επιλογή του τι θα δουν. Το θέατρο είναι μια ψυχοθεραπεία που χρειάζεται η κοινωνία προκειμένου να ξεχαστεί λίγο από την δυσάρεστη καθημερινότητά της. Όσο για εμάς… Δεν θέλουμε να πάρουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά. Δηλώνουμε απλά «διασκεδαστές». Σ’ εμάς έρχονται οι άνθρωποι για να γελάσουν. Κάποιοι έρχονται περισσότερες φορές, θέλουν να ξαναγελάσουν και φέρνουν άλλη παρέα κάθε φορά. Δεν ξέρω αν τους εμπνέουμε, δεν ξέρω αν μπορούμε να το κάνουμε, ξέρω όμως πως σε όλους αρέσει να γελούν και να ξεφεύγουν για λίγο και αυτό κάνει την ζωή τους καλύτερη.

Β.Α.: Δεν ξέρω αν μετά από μία παράσταση μπορούμε να κάνουμε καλύτερη τη ζωή μας εμπνεόμενοι από αυτήν, πάντως σίγουρα αν το έργο μας «μίλησε», κάτι «φυτεύεται» μέσα μας.

Α.Α.: Ποιος είναι ο Βαγγέλης Αλεξανδρής; Ποιος είναι ο Μάκης Παπαδημητράτος; Από πού εμπνέονται; Ποιοι είναι οι στόχοι που επιδιώκουν μέσα από τη δουλειά τους;
Β.Α.: Εμπνέομαι από τη ΖΩΗ. Από τα αγαπημένα μου πρόσωπα, τους βιαστικούς στο μετρό, τους καλλιτέχνες του δρόμου, τη μουσική, από οποιοδήποτε «ερέθισμα» μπορεί να σκεφτεί κανείς.

Μ.Π.: Κάθε τι που έχουμε ζήσει έχει «γράψει» πάνω μας και το κουβαλάμε. Τα καλά και τα κακά, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες. Αυτά με κάποιο τρόπο θα περάσουν και στο έργο μας, ακόμα και αν προσπαθήσουμε να το αποφύγουμε. Από το έργο κάποιου δημιουργού καταλαβαίνουμε ποιος είναι και τον τρόπο που βλέπει την ζωή. Η δουλειά στο σύνολό της είναι αυτή που μιλάει για εμάς. Όχι μια επιτυχία που κάναμε κάποτε, η κορυφή μας δηλαδή, αλλά και η ενδεχόμενη αποτυχία που την ακολούθησε και οι λάθος επιλογές που κάναμε κάποιες στιγμές και που πάντα θα κουβαλάμε. Όλη η πορεία μας είναι που μας χαρακτηρίζει και είναι καθημερινός αγώνας «να κρατάς το πνεύμα ψηλά» για να εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος και σα δημιουργός.

Έμπνευση μόνο η ζωή μπορεί να μου δώσει. Κάτι που έζησα ή που άκουσα από άλλους. Μετά, το μόνο που χρειάζεται είναι η φαντασία. Βάζεις τα γεγονότα που επιλέγεις, στον χώρο που θέλεις, στην σειρά που θέλεις. Φυσικά τα αλλάζεις όπως θέλεις για να ταιριάξουν και για να πας το πράγμα εκεί που θέλεις, ή απλά για να γίνουν πιο εντυπωσιακά ή πιο κωμικά. Ή ό,τι σου αρέσει τέλος πάντων. Και στο τέλος το παρουσιάζεις.

Επιδιώκω την επικοινωνία με τον κόσμο από την μία, αλλά από την άλλη καλύπτω και την ανάγκη μου για έκφραση. Αρκετές φορές θέλω και να προβοκάρω.

7 MPK2Α.Α.: Η παράσταση ξεκίνησε από τις 5 Δεκεμβρίου. Έχοντας ήδη ανεβεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Πάτρα, τι «γεύση» αφήνουν στο κοινό τα «Επτά Μπισκότα»; Θα κάνουν κι άλλες στάσεις στην Ελλάδα στα πλαίσια κάποιας περιοδείας;
Μ.Π.: Όπου παίχτηκαν «Τα Εφτά Μπισκότα» πρόσφεραν γέλιο απλόχερα και πάντα το χειροκρότημα στο τέλος ήταν πολύ θερμό. Αυτό έγινε σε όλες τις πόλεις που πήγαμε και όπου τα έχουμε παίξει στην Αθήνα. Εδώ μπορείτε να δείτε τι έχουν πει για την παράσταση οι θεατές της Αθήνας.
Στόχος μας είναι να παίξουμε στην Αθήνα τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα και παράλληλα να παίζουμε όπου μπορούμε στην Ελλάδα. Όταν σταματήσουμε από το  Hub στην Αθήνα θα θέλαμε να κάνουμε περιοδεία όλο το καλοκαίρι και να πάμε σε όσο περισσότερα μέρη είναι εφικτό.

Β.Α.: Η barάστασή μας ξεκίνησε με κάποιες εμφανίσεις μέσα στον Οκτώβριο κι εφόσον είδαμε την ανταπόκριση του κόσμου, αρχίσαμε πλέον κανονικά τις παραστάσεις στο HUB από τις 5 Δεκεμβρίου και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Λάρισα και Θεσσαλονίκη παίξαμε γιατί το θεωρήσαμε και γούρι, μια που αυτές οι πόλεις αναφέρονται και στο έργο μας. Από εκεί κι ύστερα φυσικά και θα θέλαμε να γυρίσουμε την Ελλάδα με τα «Επτά Μπισκότα», αλλά δεν είναι και το πλέον εύκολο αυτό. Είμαστε αυτόνομοι και χωρίς κάποιον άνθρωπο που τρέχει την όλη παραγωγή. Αυτό, βέβαια, έχει τα καλά του και τα κακά του. Πάντως είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις.

Α.Α.: Τα «Επτά Μπισκότα» είναι μία παράσταση όπου ο θεατής πραγματικά δε σταματάει να γελάει! Κι επειδή συνειδητοποίησα πως ταιριάζει με το «χαλλλάρο» – με  όσα «Λ» θέλετε! – κλίμα της Θεσσαλονίκης… να σας ξαναπεριμένουμε;
Β.Α.: Τη Θεσσαλονίκη την αγαπάμε κι είναι μεγάλη μας χαρά να παίζουμε στην πόλη. Έχουμε έρθει κάποιες φορές και προφανώς θα το κάνουμε και στο άμεσο μέλλον. Έχουμε… καρντάσια που πάντα χαιρόμαστε που τους βλέπουμε αλλά και που μας βλέπουν.

Μ.Π.: Ήταν η έκτη φορά που παίζαμε στη Θεσσαλονίκη. Θα ήθελα να παίζαμε πολλές ακόμα. Το κοινό ήταν πολύ θετικό από την πρώτη φορά που παίξαμε, μέχρι και την τελευταία. Από την άλλη είναι μια τέλεια αφορμή για να μείνω λίγο στην Θεσσαλονίκη. Σε αυτή την πόλη έχω ζήσει πολύ μεγάλες στιγμές. Έχω πάρει σημαντικές αποφάσεις για την ζωή μου, τριγυρνώντας μια νύχτα στην Ναυαρίνου ενώ χιόνιζε. Λίγα χρόνια μετά, θυμάμαι την σύνοδο το 2003 και την πόλη τυλιγμένη στις λαμαρίνες, τα ματ να ρίχνουν χημικά παντού και να βρίσκομαι εγκλωβισμένος στα πανεπιστήμια. Λίγα χρόνια μετά, κέρδιζα βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου με την πρώτη ταινία μου. Μετά η δεύτερη με πρεμιέρα στον κινηματογράφο «Φαργκάνη» ενώ έβρεχε τόσο πολύ εκείνη την νύχτα. Έχω ζήσει πολλές ιστορίες στη Θεσσαλονίκη που με κάνουν να έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Επίσης υπάρχουν και κάποιοι καλοί φίλοι που χαίρομαι να βλέπω όταν ανεβαίνω καθώς και στέκια που μου αρέσει να πηγαίνω.

Θα ανεβαίνω όσο πιο συχνά μπορώ στην Θεσσαλονίκη και χαίρομαι αν «Τα Εφτά Μπισκότα» είναι ένας λόγος γι’ αυτό.

2Α.Α.: Σας ευχαριστώ πολύ και τους δύο για το χρόνο που μου δώσατε ώστε να κάνουμε μία κατατοπιστική και ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από την barάσταση (κι όχι μόνο) και φυσικά για το απλόχερο γέλιο που χαρίσατε σε όλους εμάς που παρευρεθήκαμε στη GAIALive!
Μ.Π.: Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια για το έργο μας, για την συνέντευξη και την στήριξη στην δουλειά μας. Η κουβέντα μας ήταν ενδιαφέρουσα και πέρασε η ώρα πολύ ευχάριστα. Να το επαναλάβουμε όταν ανέβουμε ξανά στην Θεσσαλονίκη. Σ’ ευχαριστώ και πάλι.

Β.Α.: Φιλιά και σ’ ευχαριστούμε!

 

*Τα «Επτά Μπισκότα», εκτός από το HUB στην Αθήνα (Αλκμήνης 5, Κάτω Πετράλωνα) θα μπορέσετε να τα «γευτείτε» και στο Cine Κεραμεικός, καθώς θα παρουσιάσουν το 3ο WorldJazzFestival που θα πραγματοποιηθεί στις 8, 9 και 10 Μαρτίου. Μην το χάσετε, εγώ ήδη ζηλεύω που δε θα καταφέρω τελικά να είμαι στην Αθήνα εκείνες τις μέρες!

You may also like