Σκαρφαλωμένο στα 1.100 μέτρα υψόμετρο, το Ματσούκι, στα Τζουμέρκα, είναι ένας προορισμός που δεν προσφέρεται για βιαστικούς ταξιδιώτες ούτε για εύκολες ρομαντικές αποδράσεις. Είναι ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου όπου η πέτρα, το νερό και η μνήμη συνθέτουν ένα αυθεντικό τοπίο ζωής, ειδικά τον χειμώνα. Ανάμεσα σε λιθόστρωτα καλντερίμια, χιονισμένες κορυφές και παραδοσιακά καφενεία, ο επισκέπτης δεν ανακαλύπτει απλώς έναν τόπο, αλλά έναν διαφορετικό ρυθμό ύπαρξης… Εκεί όπου η φιλοξενία, η παράδοση και η συλλογική μνήμη παραμένουν ζωντανές.
Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια
και τυραννιέμαι και πονώ και σβηέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραϊτέ, για χαμηλώσου ολίγο
και δώσ' μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!
Κώστας Κρυστάλλης
Ξεκίνησα Τσικνοπέμπτη για τα Βόρεια Τζουμέρκα, ένα από τα χωριά τους είναι το Ματσούκι. Έξι ώρες θες για να φτάσεις εκεί αν πιείς και ένα καφεδάκι στο Μέτσοβο μια και οδηγείς, αλλά αν είσαι συνοδηγός πιες ένα τσίπουρο.
Όταν φτάσεις νιώθεις την ατμόσφαιρα στο πρόσωπό σου, είναι κρύα αλλά ένα χοντρό κρύο που δεν σε περονιάζει. Μόλις αποβιβαστείς χρειάζεσαι ένα τέντωμα , ο δρόμος κακοτράχαλος με νεροφαγιές και η άσφαλτος σε πολλά σημεία έχει φύγει για το γκρεμό από τα ορμητικά νερά . Ο κεντρικός δρόμος του χωριού έχει κοπεί και ακόμη και αν είσαι πεζοπόρος χρειάζεται προσοχή ίσως και μια βακτηρία, οι ντόπιοι κρατούν όλοι μια γκλίτσα όχι για το γραφικό της υπόθεσης αλλά γιατί τους λύνει πολλά πρακτικά ζητήματα
Μετά την τακτοποίηση στο Casa di Lemnou, ένα σπιτάκι ξύλινο, ζεστό που αποπνέει θαλπωρή, πας στο καφενείο του Σταύρου και της Μαρίας το επονομαζόμενο «Η Συνάντηση». Συμβολικό και ουσιαστικό το όνομα του καφενείου αν και κοινότοπο. Εκεί συναντάς μερικούς από τoυς τριάντα κατοίκους. Το κυριότερο συναντάς απλότητα, ζέστη από τη ξυλόσομπα, μέχρι του σημείου να αστειευτώ και να αναφωνήσω «Σταύρο, όχι άλλο κάρβουνο!», συναντάς φιλοξενία , όχι ότι μας τάισαν τζάμπα αλλά οι τιμές είναι τιμές φιλοξενίας και όχι τέτοιες που σε λαχταρούν και νομίζεις πως έπαθες εγκεφαλικό. Συναντάς ανθρώπους που σου πιάνουν την κουβέντα σε ρωτάνε, φιλοσοφούν, σου λένε ευθαρσώς τη γνώμη τους , δεν κάνουν δεύτερες σκέψεις, γελάνε, δακρύζουν όταν θυμούνται τους καημούς τους,. Άνθρωποι είναι. Πραγματικοί άνθρωποι. Τρως πίνεις και αγαλιάζεται η ψυχή σου από την απλότητα και το ωραίο της ζωής.
-«Κυρά Μαρία έχετε τουρισμό εδώ;»
– « Μπα λίγα πράματα το χειμώνα, το καλοκαίρι για δέκα είκοσι μέρες επιστρέφουν οι ντόπιοι και έρχονται οι και ξένοι».
-« Τώρα του Αγίου Βαλεντίνου δεν έρχεται κόσμος να γιορτάσει;»
-« Σιγά μην έλθουν εδώ να γιορτάσουν τον Άγιο Βαλεντίνο, θα έλθουν όμως το Σάββατο πολλοί γιατί είναι Ψυχοσάββατο, ελάτε το πρωί στην εκκλησία εδώ δίπλα στην πλατεία, μοιράζουν κόλλυβα, γλυκά , πίτες»

Ψυχοσάββατο στην εκκλησία
Το Ψυχοσάββατο πήγαμε στην εκκλησία, γιατί πάντα πρέπει να ακούς τους ντόπιους και έτσι ζεις τον παλμό ενός τόπου. Μια μικρή εκκλησία, με κατανυκτικό περιβάλλον. Έξω ομίχλη και υγρή ατμόσφαιρα, η πλατεία τεράστια με κερκίδες ένα μεγάλο πλατάνι και παντού έχουν φυτρώσει βρύα, ακούγονται παντού τρεχούμενα νερά. Νιώθεις πρωταγωνιστής σε ταινία του Αγγελόπουλου. Μέσα πολλά κεριά ανάμενα, και μια ξυλόσομπα που καίει και την εκπέμπει μια υπέροχη ζέστη. Όλοι στέκονται όρθιοι, ακούγονται τα ονόματα να διαβάζονται. Ονόματα παππούδων, γιαγιάδων, ανθρώπων που περπάτησαν αυτούς τους πέτρινους δρόμους πριν από εσάς.
Συγχωρούνται οι ψυχές, Η θύμηση των ζωντανών εξορκίζει το θάνατο. Μετά βγαίνουν έξω όλο το ποίμνιο και πηγαίνει να συνεχίσει το τελετουργικό στο κοιμητήριο, λίγα μέτρα πιο κάτω.
Ύστερα μεταφέρονται όλοι στο καφενείο, μαυροντυμένοι, πίνουν καφέ, τρώνε γλυκά και πίτες , μπατζίνα, τυρόπιτα, χορτόπιτα και μοιράζουν κόλλυβα και πρόσφορα, όλα φτιαγμένα με τα χέρια τους. Η ξυλόσομπα καίει μιλούν χαμηλόφωνα. Ζωή και θάνατος στο ίδιο κουτάλι.
Κάτσε μου λέει ο Γιώργος δείχνοντας μια καρέκλα στο τραπέζι του, κατεβάζει ένα τσίπουρο. «Περίμενε βγαίνω να κάνω ένα τσιγάρο. Κάνανε το καφενείο, νοσοκομείο».
Επιστρέφει, από το παράθυρο παρατηρώ έναν παππού ανεβαίνει το απότομο καλντερίμι με άνεση. Πως και ανεβαίνουν έτσι του λέω. «Αυτοί οι δρόμοι είναι το φάρμακο της ζωής», έτσι συνεχίζεται η κουβέντα για τους λύκους, για τους οικολόγους, για την πολιτική, για την πίστη στο θεό και πως εκφράζεται. Οι γυναίκες φεύγουν μένουν κάποιοι λίγοι και οι επισκέπτες. Ακούγεται ο ήχος από τα κομπολόγια, οι γκλίτσες ξεκουράζονται στον τοίχο ακουμπισμένες. Σε λίγο ακούγονται κλαρίνα, βαριά ηπειρώτικα, το γυρνάμε στα τσίπουρα. «Είμαι αυτοδίδακτος στο χορό», μου λέει. «Κι αν κάνω κανένα λάθος, δικό μου είναι».
Ρίχνει τις γυροβολιές γύρω από τη ξυλόσομπα. Η ατμόσφαιρα φούρνος. Τα τζάμια θολώνουν. Τα βήματα βαριά και ελεύθερα μαζί.
Δεν είναι επίδειξη. Είναι ανάγκη.

Σε κάποιο άλλο μέρος κάποιοι προσφέρουν λούτρινα, καρδούλες με ζαχαρόπαστα και ποιήματα από τα παλιά ημερολόγια. Μοιάζουν λίγο αταίριαστες. Γιατί το Ψυχοσάββατο δεν είναι γιορτή ερωτευμένων· είναι ημέρα μνήμης. Οι ζωντανοί θυμούνται τους απόντες, βράζουν κόλλυβα, ανάβουν κερί, στέκονται σιωπηλοί.
Αντί, λοιπόν, για κόκκινα λούτρινα, ανηφορίστε στα Τζουμέρκα.
Στο Ματσούκι, στα 1.100 μέτρα υψόμετρο.
Σ’ ένα τέτοιο μέρος καταλαβαίνεις πως η αγάπη δεν είναι μόνο πάθος. Είναι μνήμη.

Περιπλανηθείτε στο χωριό, ανεβείτε τα λιθοστρωμένα καλντερίμια και μετά προσπαθήστε να τα κατεβείτε. Μάθημα ζωής . Εκεί καταλαβαίνεις ότι η ανηφόρα είναι πιο εύκολη από ότι η κατηφόρα. Όλο το χωριό ένα αξιοθέατο. Απέναντι και γύρω γύρω χιονισμένες βουνοκορφές, πέτρινα σπίτια, εκκλησίες και εκκλησάκια, γιοφύρια πετρόκτιστα, αλλά και σιδερένια κατασκευές του στρατού πριν χρόνια, μονοπάτια και νερά, πολλά νερά, ποτάμια, καταρράκτες, νεροτριβή. Αξιοθέατο είναι η διαμόρφωση της πέτρας «Την πέτρα τη γυρίζεις, την πελεκάς. Αν δεν έκανα αυτή τη δουλειά, θα είχα πεθάνει από το τσίπουρο».
Η πέτρα ως σωτηρία. Η κούραση ως λύτρωση. Η πέτρα γίνεται δρόμος, σπιτικό, προέκταση του χωριού, σύνδεση με τον κόσμο.
Το Ματσούκι είναι από τα πιο ορεινά χωριά της Ηπείρου. Χτισμένο αμφιθεατρικά, με άφθονα νερά που κατεβαίνουν ορμητικά από τις πλαγιές. Διαθέτει παραδοσιακή νεροτριβή, εκεί όπου το νερό γυρίζει ασταμάτητα και πλένει, καθαρίζει, επιμένει.
Οι Ηπειρώτες έμαθαν να ζουν με την πέτρα και το νερό. Φτωχή γη, σκληρό κλίμα. Ξενιτιά, μαστόροι της πέτρας, γεφύρια που ενώνουν όχθες και ανθρώπους. Η ιστορία του τόπου είναι ιστορία επιμονής.
Κάθε καλντερίμι εδώ είναι μάθημα. Δεν χαρίζεται τίποτα.
Ένα Ψυχοσάββατο στο Ματσούκι, καταλαβαίνεις κάτι που δεν θα σου μάθει καμία ρομαντική διαφήμιση, κανένας λάιφ κόουτς κανένας ψυχολόγος.
Η ζωή είναι απλή. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι σκληρή.
Η ματαιότητα δεν είναι απειλή, είναι υπενθύμιση.
Αγαπάς επειδή όλα τελειώνουν.
Θυμάσαι επειδή κάποτε θα σε θυμούνται.
Ίσως τελικά ο πιο ανατρεπτικός Άγιος Βαλεντίνος να είναι αυτός:
Να στέκεσαι σ’ ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, με κόλλυβα στο χέρι και τσίπουρο στο άλλο, να ακούς έναν άνθρωπο να σου λέει πως το φάρμακο της ζωής είναι ο δρόμος. Όχι οι καρδούλες με ζαχαρόπαστα αλλά ο λιθόστρωτος απότομος δρόμος.
Ανδρέας Θεοδωρακόπουλος
Επικοινωνιολόγος
(Όσο έγραφα το άρθρο από το βινύλιο ακουγόταν το τραγούδι «Καίγομαι και σιγολιώνω».)
Featured image: unsplash.com/@hippofromearth


